Έφη Λάδα: «Όταν ένα παιδί αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα σε ένα άλλο, αρχίζει η κατανόηση»
Η μικρή Σίλα, αναγκάζεται με την οικογένεια της να αφήσει την γενέτειρα της και στην μικρή της αγκαλιά χωρά μόνο ο μικρός της αγαπημένος της κούνελος. Σε μια νέα χώρα, σε μια νέα συνθήκη, καλείται να μάθει νέες λέξεις για να επικοινωνεί με τους ανθρώπους. Το βιβλίο «Οι λέξεις που μεγάλωσαν» της Έφης Λαδά (που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Δεσύλλας είναι μια συγκινητική παιδική και νεανική ιστορία αφιερωμένη στη μετανάστευση, τον ξεριζωμό και τη δύναμη της ανθρώπινης σύνδεσης.
Επιμέλεια Λευτέρης Χ. Θεοδωρακόπουλος
Επειδή μας άρεσε πολύ η συγκεκριμένη θεματολογία για παιδικό βιβλίο ζητήσαμε από την κα. Λαδά να μας παραχωρήσει μια συνέντευξη. Αυτό που καταφέρνει μέσα από το βιβλίο της είναι ότι τα παιδιά βλέπουν τον κόσμο μέσα από τα μάτια ενός άλλου παιδιού. Τονίζει πως οι λέξεις έχουν ειδικό βάρος για όλους μας καθώς μια από αυτές μπορεί να μας θυμίσει έναν άνθρωπο, καθώς μέσα στο DNA τους κουβαλούν στιγμές, μνήμες και συναισθήματα.

Το βιβλίο σας «Οι λέξεις που μεγάλωσαν» απευθύνεται σε παιδιά που είναι έξι χρονών. Θεωρείτε πως είναι μια πρώτη εκπαίδευση για τα παιδιά της νέας γενιάς στο να σέβονται και να δέχονται παιδιά και ανθρώπους που ξεριζώνονται από τους τόπους τους;

«Δεν θα ήθελα να το δω ως ένα βιβλίο που εκπαιδεύει τα παιδιά να αποδέχονται ή να συμπεριφέρονται με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Θα ήθελα περισσότερο να τους δώσει τη δυνατότητα να κοιτάξουν μέσα από τα μάτια ενός άλλου παιδιού. Η Σίλα δεν είναι μόνο ένα παιδί που φοβάται ή που έχει χάσει κάτι. Έχει απορίες, θυμάται, φαντάζεται, μεγαλώνει, δημιουργεί. Όπως όλα τα παιδιά. Νομίζω πως όταν ένα παιδί μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του μέσα σε ένα άλλο παιδί, τότε αρχίζει και η κατανόηση».
Ο κούνελος της Σίλα εμπεριέχει μια συμβολική σημασία; Τον έσφιγγε, τον προστάτευε από τα κύματα; Ταυτόχρονα δείχνει και την αθωότητα ενός παιδιού;

«Ο κούνελος είναι πρώτα απ’ όλα το δικό της πράγμα. Το μόνο που πρόλαβε να πάρει μαζί της φεύγοντας. Είναι κάτι γνώριμο μέσα σε μια διαδρομή όπου όλα γύρω της αλλάζουν. Τον κρατά, του μιλά, του ψιθυρίζει ιστορίες και τον προστατεύει, αλλά ταυτόχρονα κι εκείνος γίνεται για εκείνη μια μικρή ασφάλεια. Δεν σκέφτηκα εξαρχής τον κούνελο ως σύμβολο. Ήθελα να είναι κάτι πολύ συγκεκριμένο και αγαπημένο, όπως μπορεί να είναι ένα αντικείμενο για κάθε παιδί».
«Στα κλαδιά του δέντρου κρέμασαν αναμνήσεις, λέξεις και ευχές, γι’ αυτούς που θα έρθουν». Με αυτό δείχνετε την ελπίδα και τη διάθεση των άλλων γενιών να ανοίξουν τις αγκαλιές τους σε ανθρώπους;

«Ναι, υπάρχει η σκέψη της συνέχειας και της ελπίδας, αλλά δεν ήθελα να τη διατυπώσω ως ένα μήνυμα για το πώς πρέπει να είναι οι άνθρωποι. Οι αναμνήσεις, οι λέξεις και οι ευχές που κρέμονται στο δέντρο ανήκουν σε όλα τα παιδιά και σε όλες τις γενιές. Είναι σαν κάτι που αφήνουμε πίσω μας και κάτι που συνεχίζει να ταξιδεύει προς εκείνους που θα έρθουν».
Ποιες είναι οι λέξεις που μεγάλωσαν και απλώθηκαν;

«Είναι οι λέξεις που κουβαλά η Σίλα από τον τόπο της, αλλά και οι καινούργιες λέξεις που μαθαίνει στον νέο τόπο. Στην αρχή οι λέξεις γύρω της είναι άγνωστες, σχεδόν ένας ήχος. Σιγά σιγά όμως αποκτούν νόημα. Και μαζί τους μεγαλώνει και η ίδια. Γι’ αυτό και οι λέξεις στο τέλος μπορούν να ταξιδέψουν πιο μακριά από εκείνη».
Πώς μπορούν οι λέξεις να μας δώσουν δύναμη σε μια δυσκολία αλλά και ασφάλεια;

«Μια λέξη μπορεί να μας θυμίσει έναν άνθρωπο, έναν τόπο, μια αγκαλιά, κάτι που έχουμε αγαπήσει. Μπορεί επίσης να γίνει ένας τρόπος να πούμε αυτό που αισθανόμαστε όταν δεν ξέρουμε πώς αλλιώς να το πούμε. Για τη Σίλα οι λέξεις είναι ένας τρόπος να κρατήσει κάτι από τον παλιό της κόσμο, αλλά και να δημιουργήσει σιγά σιγά έναν καινούργιο».
Υπάρχουν λέξεις που σας κάνουν εσάς να νιώθετε ασφάλεια;
«Ναι. Υπάρχουν λέξεις που κουβαλούν μέσα τους ανθρώπους και στιγμές. Για μένα λέξεις όπως «σπίτι», «μαζί», «αγκαλιά» έχουν αυτή τη δύναμη. Ίσως γιατί δεν είναι μόνο λέξεις· έχουν μέσα τους μνήμες και αισθήματα».
Γιατί αξίζει αυτό το βιβλίο να είναι στις παιδικές βιβλιοθήκες αλλά και στις παιδικές συνειδήσεις;

«Θα έλεγα πως δεν χρειάζεται να μπει στις παιδικές συνειδήσεις ως ένα μάθημα. Θα ήθελα να μείνει εκεί ως μια ιστορία. Μια ιστορία για ένα παιδί που αναγκάζεται να αφήσει τον τόπο του και προσπαθεί να βρει τη θέση του σε έναν καινούργιο κόσμο. Αν ένα παιδί, κλείνοντας το βιβλίο, αισθανθεί λίγο πιο κοντά στη Σίλα, τότε ίσως αυτό να είναι αρκετό».
ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
*Το βιβλίο «Οι λέξεις που μεγάλωσαν» μιλά για τη διαδρομή ενός μικρού κοριτσιού που αναγκάζεται να φύγει από τον τόπο του και να βρεθεί σε έναν καινούριο κόσμο.
Μέσα από μικρές εικόνες, σιωπές και λέξεις, προσπάθησα να φωτίσω τα συναισθήματα των παιδιών που αφήνουν πίσω τους κάτι γνώριμο και προσπαθούν σιγά σιγά να σταθούν σε μια νέα ζωή.
*Η ιστορία γεννήθηκε κοιτάζοντας τα μάτια των παιδιών μέσα στα μεγάλα καραβάνια των προσφύγων.
Τα βλέμματά τους, τα χέρια τους που κρατούσαν πάντα κάτι δικό τους ή ακουμπούσαν κάποιον μεγάλο, έγιναν σιγά σιγά η αφετηρία αυτής της ιστορίας.
*Βλέποντας συχνά εικόνες στην τηλεόραση, σε περιοδικά, σε φωτογραφίες, με παιδιά που έχουν φύγει από τον τόπο τους, στάθηκα πολύ στο βλέμμα τους.
Στην απορία που είχαν, αλλά και στο πώς κρατούσαν πάντα κάτι — ένα χέρι, ένα μικρό αντικείμενο δικό τους.
Αυτό με έβαλε σιγά σιγά σε μια ιστορία. Στη διαδρομή ενός παιδιού που φεύγει βιαστικά και προσπαθεί να σταθεί σε έναν νέο κόσμο.
Έτσι γεννήθηκε η Σίλα.Με τα συναισθήματα, τις απορίες, αλλά και τις μικρές προσδοκίες που έχουν όλα τα παιδιά.
Γιατί τα παιδιά που φεύγουν από τον τόπο τους κουβαλούν λίγα πράγματα -μνήμες, λέξεις και μικρές εικόνες που τα βοηθούν να συνεχίσουν.










































