Της Σαββίνας Σταυρινίδου

Το παιχνίδι ως δραστηριότητα εμφανίζεται από τις πρώτες μέρες της ζωής του παιδιού και τις πρώτες αντιδράσεις απέναντι στη μητέρα. Τους πρώτους μήνες το παιχνίδι είναι τυχαίο. Στον όγδοο μήνα περίπου παρουσιάζει μια στροφή προς τα αντικείμενα, τα πιάνει, τα πετάει, τα σπάει, προσπαθώντας έτσι να γνωρίσει-ανακαλύψει τον κόσμο.
Μετά τον πρώτο και πιθανά το δεύτερο χρόνο το απασχολεί η έννοια της χρήσης των αντικειμένων, δηλαδή τι κάνει τι, και προς το τέλος του δεύτερου χρόνου οδηγείται σε οργανωμένες πράξεις για να πάρει ικανοποίηση. Εδώ ουσιαστικά έχουμε τη γέννηση του παιχνιδιού ως δραστηριότητα.
Στον τρίτο χρόνο περίπου αρχίζει να γίνεται συμβολικό. Δηλαδή χρησιμοποιεί τα αντικείμενα διαφορετικά, με τρόπο άσχετο από την πραγματική τους χρήση, στην αρχή μεμονωμένα και στη συνέχεια συνδυάζοντάς τα. Αυτό σιγά-σιγά επεκτείνεται στο χώρο των εννοιών, φθάνοντας στο παιχνίδι πλήρους δράσης, όπως για παράδειγμα η μητέρα πάει το παιδί βόλτα, χρησιμοποιώντας άσχετα αντικείμενα. Αργότερα, ακολουθούν τα παιχνίδια ρόλων, ομαδικά παιχνίδια και, όσο μεγαλώνει, το παίξιμο του γίνεται πιο περίπλοκο και πιο σύνθετο.


Οι σύγχρονες εκπαιδευτικές θεωρίες, υπαγορεύουν τη δημιουργία ενός πλούσιου σε ερεθίσματα,
μαθησιακού περιβάλλοντος, μέσα στο οποίο το παιδί εμπλέκεται βιωματικά, σε όλες τις φάσεις διαδικασίας μάθησης και να μπορεί να χτίζει ενεργά τις γνώσεις του, χρησιμοποιώντας τη δημιουργικότητά του.
Όλα τα μαθήματα οφείλουν να πάψουν να είναι αντικείμενα αποστήθισης και στείρου διδακτισμού.
Στόχος είναι, ένα μάθημα να διεγείρει τη φαντασία και να προκαλεί ενθουσιώδη συμμετοχή του παιδιού.
Το αισθητηριακό παιχνίδι (messy ή sensory play) δεν είναι κάτι νέο. Τα παιδιά έχουν την ευκαιρία, να χρησιμοποιήσουν τη φυσική περιέργεια που τα διακρίνει, ως διδακτικό μέσο, να πειραματιστούν και να γνωρίσουν νέα πράγματα, καθοδηγούμενα από τον εαυτό τους και μόνο, με το δικό τους τρόπο
και το δικό τους χρόνο.

Οι περισσότερες παιδαγωγικές προσεγγίσεις, εμπεριέχουν το βιωματικό στοιχείο και το αισθητηριακό παιχνίδι, ως διδακτικό εργαλείο.
Η Μοντεσσοριανή φιλοσοφία στηρίζεται στη ρήση «βοήθησέ με να το κάνω μόνος μου», όπου το παιδί κινείται και μαθαίνει τόσο, όσο νιώθει ότι έχει ανάγκη.
Η φιλοσοφία Waldorf ενθαρρύνει τα παιδιά να αναπτύξουν τη δημιουργικότητά τους με απλά αντικείμενα, που έχουν ως βάση τη φύση και το περιβάλλον.
Η προσέγγιση του Reggio Emilia στη διδασκαλία των μικρών παιδιών βάζει τη φυσική τους ανάπτυξη, καθώς και τις στενές σχέσεις τους με το περιβάλλον τους στο κέντρο της φιλοσοφίας του.
Συνεπώς, συγκλίνουν σχετικά με το βιωματικό χαρακτήρα της εκπαίδευσης και τη σημαντικότητα του αισθητηριακού παιχνιδιού, από μικρή ηλικία.

Η βιωματική μάθηση, είναι κάτι που μετά την προσχολική ηλικία, δυστυχώς αρχίζει να εξαφανίζεται.
Το βεβαρημένο πρόγραμμα του σχολείου, «η ύλη» που πρέπει να βγει, οι πολλές εξωσχολικές δραστηριότητες και άλλοι παράγοντες, μειώνουν τις ώρες του παιχνιδιού και τις ανακαλύψεις.
Είναι στόχος κάθε παιδαγωγού, να προσφέρει στα παιδιά το καλύτερο και να τα εντάξει στον κόσμο των ενηλίκων, δίνοντάς του τα καλύτερα εφόδια. Φυσικά οι εποχές αλλάζουν και γονείς και εκπαιδευτικοί συνεργάζονται για το καλύτερο αποτέλεσμα.
Ας βοηθήσουμε τα παιδιά να ανακαλύψουν τον κόσμο μας.
Κι ας τους προσφέρουμε έναν κόσμο, καλύτερο από αυτόν που παραλάβαμε.

Δείτε εδώ το πρόγραμμα του Πολυχώρου Ε.Π.Τ.Α. για τον Δεκέμβριο

*Η Σταυρινίδου Σαββίνα είναι Μουσικοπαιδαγωγός
Δασκάλα προσχολικής ηλικίας
Υπεύθυνη Πολυχώρου Ε.Π.Τ.Α.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here